Μετάφραση του "Notar" σε Ελληνικά

Το συμβολαιογράφος είναι η μετάφραση του "Notar" σε Ελληνικά.

Notar noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβολαιογράφος

    noun m;f

    juristischer Berufsstand

    Sie verwiesen darauf, daß die Notare eine öffentliche Dienstleistung im Rahmen einer freiberuflichen Tätigkeit erbringen.

    Υπενθύμισαν ότι οι συμβολαιογράφοι ασκούν δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας στο πλαίσιο ελεύθερης δραστηριότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Notar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Notar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη