Μετάφραση του "Omi" σε Ελληνικά

Οι γιαγιά, μάμμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Omi" σε Ελληνικά.

Omi noun Noun feminine γραμματική

Omi (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιαγιά

    noun feminine

    Die Mutter eines Elternteils einer Person.

    Omi scheint nicht die einzige zu sein, die sich wegen der Handwerker verpisst hat.

    Απότι φαίνεταιτο χωριό πήγε κατα διαόλου, σαν τη γιαγιά σου ένα πράμα.

  • μάμμη

    noun feminine

    Die Mutter eines Elternteils einer Person.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Omi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Omi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη