Μετάφραση του "Orographie" σε Ελληνικά

Οι ορεογραφία, ορογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orographie" σε Ελληνικά.

Orographie
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορεογραφία

    noun
  • ορογραφία

    noun feminine

    - Klimatologie der Region unter Berücksichtigung der Orographie (ebenes, hügeliges, bergiges Gelände );

    - περιφερειακή κλιματολογία λαμβάνοντας υπόψη την ορογραφία ( πεδινή περιοχή, κοιλάδες, ορεινοί όγκοι ),

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Orographie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Orographie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη