Μετάφραση του "Ort" σε Ελληνικά
Οι τόπος, μέρος, πόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ort" σε Ελληνικά.
Ort
noun
masculine
γραμματική
Location (umgangssprachlich) [..]
-
τόπος
noun masculinePosition oder Gebiet im Raum
Es ist eine Katastrophe, die darüber hinausgeht, was an konkreten Schäden vor Ort entstanden ist.
Είναι μια καταστροφή που ξεπερνά τις συγκεκριμένες ζημιές που δημιουργήθηκαν επί τόπου.
-
μέρος
noun neuterPosition oder Gebiet im Raum
Ich war zur rechten Zeit am rechten Ort.
Ήμουν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.
-
πόλη
noun feminineJedem Menschen in jedem Ort wurde befohlen zu beten, dass sie lebt und gut behandelt wird.
Κάθε άτομο, σε κάθε πόλη, έχει λάβει οδηγίες να προσεύχεται να είναι ζωντανή και να της φέρονται καλά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χωριό
- τοποθεσία
- θέση
- χώρος
- μέρος τόπος
- σημείο
- περιοχή
- χώρα
- πολιτεία
- πόλυ
- Τόπος
- άστυ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Ort"
Φράσεις παρόμοιες με "Ort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έρευνα πεδίου
-
φανταστική τοποθεσία
-
εντοπίζω
-
επί τόπου
-
χώρα
-
Μένουμε στο ίδιο μέρος _ μένουμε στην ίδια πόλη
-
επεξεργασία λυμάτων στον χώρο παραγωγής
-
οπουδήποτε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη