Μετάφραση του "Osteopathie" σε Ελληνικά
Οι Οστεοπαθητική, οστεοπαθητική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Osteopathie" σε Ελληνικά.
Osteopathie
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
Οστεοπαθητική
komplementärmedizinische Behandlungsmethode
-
οστεοπαθητική
Akupunktur, Homöopathie und Osteopathie — sie alle haben ihre Verfechter auf diesem Gebiet.
Ο βελονισμός, η ομοιοπαθητική και η οστεοπαθητική έχουν τους δικούς τους υπέρμαχους ανάμεσα στα άτομα που πάσχουν από αρθρίτιδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Osteopathie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη