Μετάφραση του "Osteoporose" σε Ελληνικά
Οι οστεοπόρωση, Οστεοπόρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Osteoporose" σε Ελληνικά.
Osteoporose (fachsprachlich) [..]
-
οστεοπόρωση
noun feminineKnochenkrankheit, die durch ein erhöhtes Bruchrisiko gekennzeichnet ist.
Ich habe in mehr weißen, alten Weibern gesteckt als Osteoporose.
Εχω μπεί σε περισσότερες λευκές γριές απο την οστεοπόρωση.
-
Οστεοπόρωση
Krankheit
Betrifft: Überprüfung der Maßnahmen der EU gegen Osteoporose
Θέμα: Αναθεώρηση της Δράσης της ΕΕ για την Οστεοπόρωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Osteoporose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"osteoporose" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το osteoporose στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.