Μετάφραση του "Periode" σε Ελληνικά
Οι περίοδος, εποχή, εμμηνόρροια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Periode" σε Ελληνικά.
Periode
noun
feminine
γραμματική
Tage (umgangssprachlich) [..]
-
περίοδος
noun feminineTatsächlicher offener Kapitalsaldo am Ende der aktuellen Periode.
Πραγματικό ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου στο τέλος της τρέχουσας περιόδου.
-
εποχή
noun feminineEine lange Periode, in der unzählige Verträge geschlossen und unterzeichnet wurden, ist meines Erachtens definitiv zu Ende.
Πιστεύω ότι έκλεισε οριστικά μια μακρόχρονη εποχή συσσώρευσης συνθηκών και υπογραφής συνθηκών.
-
εμμηνόρροια
noun feminineNicht während der Periode verwenden.
Μην το χρησιμοποιείτε κατά την εμμηνόρροια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αιώνας
- Περίοδος
- καιρός
- γεωλογική περίοδος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Periode " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Periode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αστρική περίοδος
-
ιστορική περίοδος
-
περίοδος
-
Περίοδος περιφοράς
-
περίοδος
-
Ελληνιστική Περίοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη