Μετάφραση του "Persistenz" σε Ελληνικά

Οι εμμονή, επιμονή, μεταίσθημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Persistenz" σε Ελληνικά.

Persistenz noun feminine

mit Biss (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμονή

    feminine

    Persistenz oder Wachstum des Mikroorganismus im Wirt,

    — η εμμονή ή η ανάπτυξη του μικροοργανισμού στον ξενιστή,

  • επιμονή

    noun

    Die Persistenz von Antikörpern nach Verabreichung der Prototyp-Impfstoffe ist unterschiedlich

    Η επιμονή των αντισωμάτων για τα πρωτότυπα εμβόλια ποικίλλει

  • μεταίσθημα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανθεκτικότητα
    • διατήρηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Persistenz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Persistenz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη