Μετάφραση του "Person" σε Ελληνικά
Οι άτομο, άτομον, πρόσωπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Person" σε Ελληνικά.
Person
noun
feminine
γραμματική
Ein einzelner oder eine Gruppe von Mensch(en) oder Tier(en) als grammatische Person in einem Satz. [..]
-
άτομο
noun neuterDieser Fahrstuhl kann zehn Personen auf einmal befördern.
Αυτό το ασανσέρ μπορεί να μεταφέρει δέκα άτομα σε μια στιγμή.
-
άτομον
Ein Mensch
-
πρόσωπο
noun neuterΈνα άτομο
Wir müssen für jede Stelle die passende Person aussuchen.
Θα πρέπει να επιλέξουμε το κατάλληλο πρόσωπο για κάθε θέση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άνθρωπος
- χαρακτήρας
- πρόσωπον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Person " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Person" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαζευγμένοι
-
φόρος φυσικών προσώπων
-
προσωπικά
-
έγκλημα κατά προσώπων
-
μεμονωμένα άτομα
-
δεύτερο πρόσωπο
-
έγγαμος
-
το εν λόγω άτομο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη