Μετάφραση του "Pinsel" σε Ελληνικά

Οι βούρτσα, πινέλο, χρωστήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pinsel" σε Ελληνικά.

Pinsel noun Noun masculine γραμματική

zum Malen von Bildern

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    Ja, weil du einen Bettler mit einem Pinsel heiraten wolltest.

    Ναι, επειδή ήθελες να παντρευτείς έναν φτωχό με μια βούρτσα.

  • πινέλο

    noun neuter

    Ich weiß nicht mal, wie man einen Pinsel hält.

    Εγώ δεν ξέρω ούτε το πινέλο να κρατώ.

  • χρωστήρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pinsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Pinsel"

Φράσεις παρόμοιες με "Pinsel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Στάξιμο μπογιάς
  • βάφω · γράφω · ζωγραφίζω · χρωματίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pinsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη