Μετάφραση του "Pinzette" σε Ελληνικά

Οι λαβίδα, τσιμπίδα, τσιμπίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pinzette" σε Ελληνικά.

Pinzette noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαβίδα

    noun feminine

    Die Leber grob sezieren und mit einer Pinzette entnehmen.

    Ακολουθεί εκτομή και αφαίρεση του ήπατος με λαβίδες.

  • τσιμπίδα

    noun

    In ihr steckte noch die Pinzette des Arztes!

    Μέσα της βρήκαν την τσιμπίδα του γιατρού.

  • τσιμπίδι

  • τσιμπιδάκι

    Nicht mit den bloßen Fingern, sondern mit einer stumpfen Pinzette.

    Όχι με τα δάχτυλά σας, αλλά με κάποιο αμβλύ τσιμπιδάκι για τα φρύδια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pinzette " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pinzette" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη