Μετάφραση του "Potentiometer" σε Ελληνικά

Οι ποτενσιόμετρο, Ποτενσιόμετρο, ρυθμιστής τάσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Potentiometer" σε Ελληνικά.

Potentiometer noun Noun neuter γραμματική

Trimmer (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποτενσιόμετρο

    noun neuter

    — Potentiometer mit Glaselektrode,

    — Ποτενσιόμετρο με ηλεκτρόδιο υάλου

  • Ποτενσιόμετρο

    elektrisches Widerstandsbauelement, dessen Widerstandswert mechanisch veränderbar ist

    — Potentiometer mit Glaselektrode,

    — Ποτενσιόμετρο με ηλεκτρόδιο υάλου

  • ρυθμιστής τάσης

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Potentiometer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Potentiometer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη