Μετάφραση του "potent" σε Ελληνικά

Οι ικανός, ισχυρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potent" σε Ελληνικά.

potent Adjective γραμματική

was an den Füßen haben (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανός

    adjective

    Ich hab mich stark und potent gefühlt

    Ένιωθα δυνατός και ικανός

  • ισχυρός

    adjective

    Aliskiren ist ein oral wirksamer, nicht peptidischer, potenter und selektiver direkter Inhibitor des humanen Renins

    Η αλισκιρένη είναι ένας από του στόματος δραστικός, μη πεπτιδικός, ισχυρός και άμεσος αναστολέας της ανθρώπινης ρενίνης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " potent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "potent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "potent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη