Μετάφραση του "Prediger" σε Ελληνικά

Οι ιεροκήρυκας, Εκκλησιαστής, κήρυκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prediger" σε Ελληνικά.

Prediger noun masculine γραμματική

Pfaffe (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιεροκήρυκας

    masculine

    Person, die Predigten und Lesungen veranstaltet

    Nolan, das ist der berühmte Prediger aus dem Fernsehen, weißt du?

    Owen, αυτός είναι ο σπουδαίος ιεροκήρυκας από την τηλεόραση, κατάλαβες?

  • Εκκλησιαστής

    proper

    Prediger 3:1, 2 erwähnt „eine Zeit zum Sterben“.

    Τα εδάφια Εκκλησιαστής 3:1, 2 λένε ότι υπάρχει «καιρός να πεθαίνει» κανείς.

  • κήρυκας

    Damit sie sie aber hören können, müssen Prediger da sein.

    Αλλά για ν’ ακούση πρέπει να υπάρχη ένας κήρυξ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσευχή
    • προσευχόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Prediger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Prediger"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Prediger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη