Μετάφραση του "predigen" σε Ελληνικά
Οι προπαγανδίζω, κηρύσσω, κηρύττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predigen" σε Ελληνικά.
predigen
verb
γραμματική
herausposaunen (umgangssprachlich)
-
προπαγανδίζω
-
κηρύσσω
verbKam zuerst ins Esterwegener Konzentrationslager, wo er weiter predigte.
Πρώτα τον έστειλαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Εσταρβέιγκεν· συνέχισε να κηρύττει στο στρατόπεδο.
-
κηρύττω
verbHörte den Propheten auf dem Fundament des Tempels predigen.
Άκουσα τον Προφήτη να κηρύττει στο δάπεδο του ναού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " predigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "predigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κήρυγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη