Μετάφραση του "Protest" σε Ελληνικά

Οι διαμαρτυρία, αντίρρηση, διαμαρτύρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Protest" σε Ελληνικά.

Protest noun masculine γραμματική

Intervention (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμαρτυρία

    noun feminine

    Form, seinen Unmut in der Öffentlichkeit auszudrücken

    Ich ging davon aus, dass er einen Protest oder so planen will.

    Σκέφτηκα ότι ήθελε να στήσει κάποια διαμαρτυρία ή κάτι.

  • αντίρρηση

    noun feminine

    Bis vor kurzem konnte sich ein Raucher überall, ohne auf Protest zu stoßen, eine Zigarette anzünden.

    Μέχρι πριν από λίγο καιρό, ο καπνιστής μπορούσε να ανάβει τσιγάρο σχεδόν οπουδήποτε χωρίς κανείς να του φέρνει αντίρρηση.

  • διαμαρτύρηση

  • ένσταση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Protest " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Protest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Protest" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη