Μετάφραση του "Protestant" σε Ελληνικά

Οι διαμαρτυρόμενος, διαδηλωτής, προτεστάντης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Protestant" σε Ελληνικά.

Protestant noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμαρτυρόμενος

    noun masculine

    Im allgemeinen liegt die Arbeitslosigkeit unter Katholiken in Nordirland auch etwas höher als unter Protestanten.

    Σε γενικές γραμμές, η ανεργία είναι υψηλότερη στους καθολικούς από ό,τι στους διαμαρτυρομένους.

  • διαδηλωτής

    noun masculine
  • προτεστάντης

    Der Protestant folgte ihr kurz darauf.

    Ο προτεστάντης την ακολούθησε σύντομα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Protestant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Protestant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη