Μετάφραση του "Protokollierung" σε Ελληνικά

Οι καταγραφή, λειτουργία καταγραφής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Protokollierung" σε Ελληνικά.

Protokollierung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταγραφή

    noun feminine

    Protokollierung, wenn eine Unstimmigkeit unaufgeklärt bleibt, und Festhalten der zur Aufklärung ergriffenen Maßnahme.

    Διενεργείται καταγραφή όταν παραμένει άλυτη η ασυμφωνία και η δράση που ανελήφθη για την επίλυσή της.

  • λειτουργία καταγραφής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Protokollierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Protokollierung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Protokollierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη