Μετάφραση του "Puff" σε Ελληνικά

Οι οίκος ανοχής, μπορντέλο, μπορδέλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Puff" σε Ελληνικά.

Puff noun Noun masculine γραμματική

Puff (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οίκος ανοχής

    noun masculine

    Eine Einrichtung, in der sexuelle Dienstleistungen für Geld angeboten werden.

    War früher ein Puff.

    Παλιά ήταν οίκος ανοχής.

  • μπορντέλο

    noun neuter

    " Wenn ich dich nicht hätte, würde ich mit meinen 50 Dollar in den Puff gehen... "

    Όπως " Χωρίς εσένα, θα τσέπωνα τα $ 50, θα πήγαινα σ'ένα μπορντέλο... "

  • μπορδέλο

    noun

    Eine Einrichtung, in der sexuelle Dienstleistungen für Geld angeboten werden.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπουρδέλο
    • παφ
    • πουφ
    • σπρώξιμο
    • πορνείο
    • σκούντημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Puff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Puff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη