Μετάφραση του "Puffer" σε Ελληνικά

Οι στρώμα, Προσωρινή μνήμη, Ρυθμιστικό διάλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Puffer" σε Ελληνικά.

Puffer noun masculine γραμματική

Raum zum Atmen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρώμα

    noun neuter
  • Προσωρινή μνήμη

    Speicher für die Zwischenlagerung von Daten

    Die Daten, auf die sich Cosmo bezieht, gelangen in einen Puffer.

    Τα δεδομένα που λέει ο Κόσμο πηγαίνουν σε μια προσωρινή μνήμη.

  • Ρυθμιστικό διάλυμα

    Stoffgemisch, dessen pH-Wert sich bei Zugabe einer Säure oder einer Base weniger stark ändert

    Myocet-Puffer Natriumcarbonat Wasser für Injektionszwecke

    Ρυθμιστικό διάλυμα Myocet • ανθρακικό νάτριο • ενέσιμο ύδωρ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποθήκευση σε buffer
    • ενδιάμεση μνήμη
    • μαξιλάρι ασφαλείας
    • πρόσκαιρη μνήμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Puffer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

puffer
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυθμιστικό διάλυμα

    neuter

    Dieser Puffer wird für die Verdünnung von Antikörpern verwendet.

    Το εν λόγω ρυθμιστικό διάλυμα χρησιμοποιείται για την αραίωση των αντισωμάτων.

Φράσεις παρόμοιες με "Puffer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποθήκευση σε buffer · μαξιλάρι ασφαλείας
  • πρωτεύον buffer
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Puffer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη