Μετάφραση του "Rauchen" σε Ελληνικά

Οι κάπνισμα, καπνισμός, καπνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rauchen" σε Ελληνικά.

Rauchen noun Noun masculine γραμματική

Schmauchen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάπνισμα

    noun neuter

    Wie kann ich einem Freund helfen, mit dem Rauchen aufzuhören?

    Πως μπορώ να βοηθήσω ένα φίλο να κόψει το κάπνισμα;

  • καπνισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rauchen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

rauchen verb γραμματική

quarzen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνίζω

    verb

    Den Rauch von beispielweise einer Zigarette oder Zigarre einatmen. [..]

    Tom raucht nicht mehr.

    Ο Tom δεν καπνίζει πια.

  • καπνός

    noun masculine

    Kein Rauch ohne Feuer.

    Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

  • φουμάρω

    Verb

    Hey, ich werde auf einer Farm leben, den ganzen Tag Dope rauchen und Rock hören

    Θα ζήσω σε φάρμα, θα φουμάρω, θα ακούω ροκ

Εικόνες με "Rauchen"

Φράσεις παρόμοιες με "Rauchen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rauchen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη