Μετάφραση του "Raucher" σε Ελληνικά

Οι καπνιστής, καπνίστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Raucher" σε Ελληνικά.

Raucher noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνιστής

    noun masculine

    Betroffen ist der Raucher selbst, aber auch die nahestehenden Passivraucher.

    Αυτός που πλήττεται είναι ο ίδιος ο καπνιστής, αλλά και οι παθητικοί καπνιστές του περιβάλλοντός του.

  • καπνίστρια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Raucher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Raucher"

Φράσεις παρόμοιες με "Raucher" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Raucher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη