Μετάφραση του "Raum-" σε Ελληνικά
Οι διαστημικός, χωρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Raum-" σε Ελληνικά.
Raum-
-
διαστημικός
masculine -
χωρικός
adjective noun masculineSo ist Raum, der räumliche Aspekt von Spielen.
Το ίδιο και ο χώρος, η χωρική άποψη των παιχνιδιών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Raum- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Raum-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνεκτικός χώρος
-
μετρική
-
ομογενής χώρος
-
Ευκλείδειος χώρος
-
συμπαγής χώρος
-
δημόσια τέχνη
-
αδείαζω αλλα μόνο δωμάτιο χώρο · αδειάζω · βάζω · βγάζω · εγκαταλείπω · εκκενώνω · εξουδετερώνω · καθαρίζω · μαζεύω
-
αγροτική περιοχή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη