Μετάφραση του "Raum" σε Ελληνικά

Οι χώρος, δωμάτιο, διάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Raum" σε Ελληνικά.

Raum noun masculine γραμματική

Räumlichkeit (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώρος

    noun masculine

    primäres Medium der Architektur

    „Abgeschirmter Raum“ den Raum vor einem Sitz mit folgender Lage:

    ως «χώρος προστασίας», νοείται ο χώρος που βρίσκεται μπροστά από ένα κάθισμα και περιλαμβάνεται:

  • δωμάτιο

    noun neuter

    Ein separater Teil eines Gebäudes, von Mauern umgeben, ein Boden und eine Decke.

    In diesem Raum stehen viele Möbel.

    Υπάρχουν πολλά έπιπλα στο δωμάτιο.

  • διάστημα

    noun neuter

    Wir springen bald in den normalen Raum zurück.

    Θα γυρίσουμε στο κανονικό διάστημα όπου να'ναι τώρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπνοδωμάτιο
    • Χώρος
    • περιβάλλον
    • γραφείο
    • θάλαμος
    • περιοχή
    • κάμαρα
    • κοιτώνας
    • κρεβατοκάμαρα
    • αίθουσα
    • εγκατάσταση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Raum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

raum Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

"raum" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το raum στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Raum"

Φράσεις παρόμοιες με "Raum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Raum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη