Μετάφραση του "Rechenschaft" σε Ελληνικά

Οι λογαριασμός, λογοδοσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rechenschaft" σε Ελληνικά.

Rechenschaft noun feminine γραμματική

schriftlicher

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογαριασμός

    noun

    Du bist ihm vielleicht Rechenschaft schuldig, ich nicht.

    Εσύ ίσως να πρέπει να του δίνεις λογαριασμό, αλλά όχι εγώ.

  • λογοδοσία

    Noch immer wurden nicht alle zur Rechenschaft gezogen.

    Δεν έχει ακόμα ζητηθεί ολοκληρωμένα να υπάρξει λογοδοσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rechenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rechenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη