Μετάφραση του "Reife" σε Ελληνικά

Οι ωριμότητα, ωρίμανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reife" σε Ελληνικά.

Reife noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωριμότητα

    noun

    Christliche Reife ist weit mehr, als nur einen Predigtdienstbericht abzugeben.

    Η Χριστιανική ωριμότητα προχωράει πιο πέρα από το να δίνουμε απλώς έκθεση έργου.

  • ωρίμανση

    noun feminine

    Vicia sativa, andere als bei voller Reife geerntet

    Vicia sativa, πλην εκείνης που συγκομίζεται σε πλήρη ωρίμανση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reife " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reife verb
+ Προσθήκη

"reife" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το reife στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Reife" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βραχιόλι · δαχτυλίδι · ελαστικό · επίσωτρο · λάστιχο · ρόδας · στεφάνη · στεφάνι · τσέρκι · ωρίμανση
  • γινωμένος · ερείπō · μεστός · ώριμος
  • μεστώνω
  • ωριμάζω
  • Πάχνη · αγιάζι · δαχτυλίδι · πάγος · πάχνη · στεφάνη
  • ώριμη σκέψη
  • ήρθε ο καιρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reife" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη