Μετάφραση του "Reifen" σε Ελληνικά
Οι λάστιχο, ελαστικό, επίσωτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reifen" σε Ελληνικά.
Reifen
noun
masculine
γραμματική
Reifenförmiger Gegenstand aus Edelmetall, der am Finger getragen wird. [..]
-
λάστιχο
noun neuterελαστικό αυτοκινήτου
Also, ich würde sagen, der Reifen ist definitiv hin.
Θα'λεγα ότι αυτό το λάστιχο είναι σίγουρα κατεστραμμένο.
-
ελαστικό
neuterDie Tragfähigkeitskennzahl ist stets auf dem Reifen angegeben.
Ο δείκτης ικανότητας φόρτισης αναγράφεται πάντοτε επάνω στο ελαστικό.
-
επίσωτρο
neutereinem Reifen aus Kautschuk mit einem Durchmesser von etwa 13 cm und einer Breite von etwa 4 cm,
επίσωτρο από καουτσούκ διαμέτρου 13 cm περίπου και πλάτους 4 cm περίπου,
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βραχιόλι
- στεφάνη
- ωρίμανση
- δαχτυλίδι
- ρόδας
- στεφάνι
- τσέρκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Reifen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
reifen
verb
γραμματική
-
ωριμάζω
verb
Εικόνες με "Reifen"
Φράσεις παρόμοιες με "Reifen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γινωμένος · ερείπō · μεστός · ώριμος
-
μεστώνω
-
ωρίμανση · ωριμότητα
-
Πάχνη · αγιάζι · δαχτυλίδι · πάγος · πάχνη · στεφάνη
-
ώριμη σκέψη
-
ήρθε ο καιρός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη