Μετάφραση του "Rennfahrer" σε Ελληνικά

Το Οδηγός μηχανοκίνητου αθλητισμού είναι η μετάφραση του "Rennfahrer" σε Ελληνικά.

Rennfahrer Noun noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οδηγός μηχανοκίνητου αθλητισμού

    Person, die mit einem Fahrzeug oder Sportgerät Rennen bestreitet

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rennfahrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rennfahrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη