Μετάφραση του "Rivale" σε Ελληνικά

Οι αντίπαλος, ανταγωνιστής, αντεραστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rivale" σε Ελληνικά.

Rivale noun Noun masculine γραμματική

Ein Mann, der mit einer oder mehreren anderen Personen konkurriert. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίπαλος

    noun masculine

    Und dein sogenannter Verbündeter ist ein hinterhältiger Rivale.

    Και ο υποτιθέμενος σύμμαχος σου, είναι ένας ραδιουργός αντίπαλος.

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    Der junge Rivalen scheint zu denken, er hat eine Chance und greift an.

    Ο νεαρός ανταγωνιστής φαίνεται να πιστεύει ότι έχει την ευκαιρία και επιτίθεται.

  • αντεραστής

    Noun
  • αντίζηλος

    Adjective Noun masculine

    Ein gerissener Mann verwandelt einen Rivalen in einen geschätzten Verbündeten.

    Μόνο ένας επιτήδειος γίνεται αντίζηλος ενός πολύτιμου συμμάχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rivale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rivale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη