Μετάφραση του "rivalisieren" σε Ελληνικά

Οι αγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι, παραβγαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rivalisieren" σε Ελληνικά.

rivalisieren verb γραμματική

konkurrenzieren (schweiz.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνίζομαι

    verb
  • ανταγωνίζομαι

    verb
  • παραβγαίνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rivalisieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rivalisieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη