Μετάφραση του "Russin" σε Ελληνικά
Οι Ρωσίδα, Ρώσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Russin" σε Ελληνικά.
Russin
noun
feminine
γραμματική
Eine aus Russland stammende Frau.
-
Ρωσίδα
noun feminineIdioten denken, ich würde verhungern, nur weil ich Russin bin.
Το σύστημα πιστεύει ότι επειδή είμαι Ρωσίδα, πεινάω κιόλας.
-
Ρώσος
noun masculineΠου έχει τη ρωσική υπηκοότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Russin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη