Μετάφραση του "Russisch" σε Ελληνικά
Οι ρωσικά, ρωσικός, ρωσική γλώσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Russisch" σε Ελληνικά.
Eine ostslawische Sprache, die vor allem in Russland und in den ehemaligen Sowjetrepubliken gesprochen wird.
-
ρωσικά
noun neuterΑνατολική σλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ρωσία και στις τέως σοβιετικές δημοκρατίες.
Ein solches Wort gibt es in der russischen Sprache nicht.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
ρωσικός
adjectiveRussische Touristen werden auch für die EU-Tourismusbranche immer wichtiger.
Ο ρωσικός τουρισμός καθίσταται ολοένα και σημαντικότερος για τον τουριστικό κλάδο της ΕΕ.
-
ρωσική γλώσσα
Ein solches Wort gibt es in der russischen Sprache nicht.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρωσικα
- Ρωσικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Russisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
ρωσικός
adjectiveΠου αναφέρεται στη Ρωσία, τους Ρώσους, τη ρωσική γλώσσα.
Die russische Bevölkerung darf nicht sich selbst überlassen werden.
Ο ρωσικός πληθυσμός δεν πρέπει να αφεθεί να το αντιμετωπίσει μόνος του.
-
ρωσικά
noun neuterEin solches Wort gibt es in der russischen Sprache nicht.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
ρούσικος
Εικόνες με "Russisch"
Φράσεις παρόμοιες με "Russisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρωσικά · ρωσική γλώσσα
-
Κύπελλο Ρωσίας
-
στα Ρωσικά · στα ρωσικά
-
δεν μιλώ ρωσικά
-
Ρωσία · Ρωσική Ομοσπονδία
-
ρωσική ρουλέτα
-
ρωσική γλώσσα
-
Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία