Μετάφραση του "Sammeln" σε Ελληνικά

Οι συγκέντρωση, συλλογή, συλλέγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sammeln" σε Ελληνικά.

Sammeln noun Noun neuter γραμματική

von Strahlen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκέντρωση

    noun

    Das Sammeln von Fakten ist der erste Schritt auf dem Weg zu Veränderungen.

    Αυτή η συγκέντρωση στοιχείων αποτελεί το πρώτο βήμα για αλλαγή.

  • συλλογή

    noun feminine

    Ihr Hobby war das Sammeln von alten Münzen.

    Το χόμπι της είναι η συλλογή παλιών νομισμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sammeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sammeln verb γραμματική

(sich) berappeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλέγω

    verb

    Mein Hobby ist es, alte Flaschen zu sammeln.

    Το χόμπι μου είναι να συλλέγω παλιά μπουκάλια.

  • μαζεύω

    verb

    Wir müssen alle Forderungen sammeln, damit es zählt.

    Επίσης, πρέπει να μαζέψουμε και τα αιτήματα των άλλων.

  • συγκεντρώνουν

    verb

    Mit diesem Fragebogen sollen alle für die Begutachtung nützlichen Informationen gesammelt werden.

    Το ερωτηματολόγιο αυτό προορίζεται να συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που είναι χρήσιμες για τη διεξαγωγή της αξιολόγησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συλλογή
    • συγκεντρώνω
    • αποθησαυρίζω
    • συσπειρώνω
    • δέχομαι
    • προσχωρήσουν
    • καταγραφή
    • αντιστοίχιση

Εικόνες με "Sammeln"

Φράσεις παρόμοιες με "Sammeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sammeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη