Μετάφραση του "Schuld" σε Ελληνικά

Οι χρέος, ενοχή, φταίξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schuld" σε Ελληνικά.

Schuld noun feminine γραμματική

Etwas, das einem anderen geschuldet wird. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρέος

    noun neuter

    Etwas, das einem anderen geschuldet wird.

    Wie kann man seine Schulden reduzieren?

    Πως μπορεί κάποιος να μειώσει το χρέος του;

  • ενοχή

    noun feminine

    Die Tatsache etwas Falsches getan zu haben.

    Vor allem, wo ich weiß, dass seine Schuld ihn zu mir führen wird.

    Ιδιαιτέρως όταν ξέρω οτι η ενοχή του θα τον οδηγήσει εν τέλει σε μένα.

  • φταίξιμο

    noun neuter

    Ihn trifft keine Schuld, darum geht es ja.

    Είναι χωρίς φταίξιμο και αυτό είναι το θέμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σφάλμα
    • λάθος
    • οφειλή
    • υπαιτιότητα
    • αμάρτημα
    • Ενοχή
    • Ένοχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schuld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

schuld
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένοχος

    adjective

    Ich bin genauso schuld wie du und dein verdammter Schwiegersohn!

    Είμαι το ίδιο ένοχος μ'εσένα και το κάθαρμα το γαμπρό σου.

Φράσεις παρόμοιες με "Schuld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schuld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη