Μετάφραση του "Schulden" σε Ελληνικά
Οι δανεικά, χρέος, οφείλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schulden" σε Ελληνικά.
offene(r) Posten [..]
-
δανεικά
Man müsste ihre Schulden eintreiben können...
Πρέπει να υπάρχει τρόπος να τους πάρουν πίσω τα δανεικά...
-
χρέος
noun neuterIch habe meine Schulden bei der Bank bezahlen
Wie kann man seine Schulden reduzieren?
Πως μπορεί κάποιος να μειώσει το χρέος του;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Schulden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
jmdm. etw. schulden
-
οφείλω
verbDie Beklagten stritten ab, die geforderten Beträge zu schulden.
Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι οφείλουν τα περί ων πρόκειται ποσά.
-
θέλω
verbIch will nur nicht an deinem Tod schuld sein.
Δεν θέλω να λάβω αναγνώριση που σε άφησα να σκοτωθείς.
-
χρωστώ
verbEs ist noch jemand auf dem Schiff, und ich schulde ihm dasselbe.
Υπάρχει κάποιος στο σκάφος που του χρωστώ το ίδιο.
Φράσεις παρόμοιες με "Schulden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρωστάω
-
ένοχος
-
δημόσιο χρέος
-
τα χρέη μας ανέρχονται σε 2 εκατομμύρια ευρώ
-
αποκήρυξη ενός χρέους
-
Ένοχος · Ενοχή · αμάρτημα · ενοχή · λάθος · οφειλή · σφάλμα · υπαιτιότητα · φταίξιμο · χρέος
-
παγιοποίηση του χρέους
-
μου χρωστάς μια εξήγηση