Μετάφραση του "Schuldtitel" σε Ελληνικά

Οι χρεωστικός τίτλος, χρεόγραφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schuldtitel" σε Ελληνικά.

Schuldtitel
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρεωστικός τίτλος

    „öffentlicher Schuldtitel“ ein Schuldinstrument, das von einem öffentlichen Emittenten begeben wird;

    ως «κρατικός χρεωστικός τίτλος» νοείται χρεωστικός τίτλος εκδοθείς από κρατικό εκδότη·

  • χρεόγραφο

    Die Schuldtitel müssen stückelos übertragbar sein.

    Το χρεόγραφο πρέπει να επιδέχεται μεταβίβαση με λογιστική μορφή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schuldtitel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schuldtitel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη