Μετάφραση του "Schuldner" σε Ελληνικά

Οι οφειλέτης, χρεώστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schuldner" σε Ελληνικά.

Schuldner noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οφειλέτης

    noun masculine

    Unter Nominalwert ist der Kapitalbetrag zu verstehen, den an den Gläubiger zurückzuzahlen ein Schuldner vertraglich verpflichtet ist.

    Ως «ονομαστικό ποσό» νοείται το ποσό κεφαλαίου που ορισμένος οφειλέτης υποχρεούται, βάσει σύμβασης, να εξοφλήσει σε έναν πιστωτή.

  • χρεώστης

    Betrag, den ein Schuldner für den Gebrauch dessen bezahlt, was er geliehen hat.

    Το ποσό ή το επιτόκιο που πληρώνει ο χρεώστης για τη χρήση των όσων δανείζεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schuldner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schuldner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη