Μετάφραση του "Schwiegereltern" σε Ελληνικά

Το πεθερικά είναι η μετάφραση του "Schwiegereltern" σε Ελληνικά.

Schwiegereltern noun Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεθερικά

    noun n-p

    Eltern des Ehepartners

    Ich will mich nicht vor meinen zukünftigen Schwiegereltern blamieren.

    Κι εγώ το ελπίζω, αλλιώς θα βρεθώ σε δυσάρεστη θέση απέναντι στα μελλοντικά πεθερικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schwiegereltern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schwiegereltern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη