Μετάφραση του "Schwiegermutter" σε Ελληνικά

Οι πεθερά, πεθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Schwiegermutter" σε Ελληνικά.

Schwiegermutter noun Noun feminine γραμματική

Die Mutter von jemandes Ehepartner.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεθερά

    noun feminine

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia [..]

    Und ich die Schwiegermutter, die sie sich erhofft hatte.

    Κι εγώ, η πεθερά που πάντα ήλπιζε να έχει.

  • πεθερός

    noun

    Del Griffith, mein Schwiegervater Walt, meine Schwiegermutter Peg, meine Mutter Joy und mein Dad Martin

    Ντελ Γκρίφιθ, ο πεθερός μου... η πεθερά μου, η μητέρα μου κι ο πατέρας μου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Schwiegermutter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Schwiegermutter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη