Μετάφραση του "Segeln" σε Ελληνικά

Οι Ιστιοπλοΐα, ιστιοπλοΐα, πλέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Segeln" σε Ελληνικά.

Segeln noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ιστιοπλοΐα

    Fortbewegung unter der Nutzung von Wind

    Wenn wir sie vom Segeln abhalten, wird sie uns hassen.

    Αν τη σταματήσουμε από την ιστιοπλοΐα, θα μας μισήσει.

  • ιστιοπλοΐα

    noun feminine

    Wenn wir sie vom Segeln abhalten, wird sie uns hassen.

    Αν τη σταματήσουμε από την ιστιοπλοΐα, θα μας μισήσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Segeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

segeln verb γραμματική

(sich) erheben

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλέω

    verb

    Dann segelst du mit uns, als wäre nie was gewesen.

    Και θα μπορείς να πλέεις μαζί μας σαν να μη συνέβη ποτέ.

  • αρμενίζω

    verb
  • ιστιοπλοΐα

    noun feminine

    Er kommt aus einem Seefahrtskönigreich und er liebt es zu segeln.

    Κατάγεται από ναυτικό βασίλειο, και αγαπούσε την ιστιοπλοΐα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιστιοδρομώ
    • κάνω ιστιοπλοΐα
    • πετώ
    • διαπλέω
    • αποπλέω

Φράσεις παρόμοιες με "Segeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Segeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη