Μετάφραση του "Senior" σε Ελληνικά
Οι αρχαιότερος, ηλικιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Senior" σε Ελληνικά.
Senior
noun
Noun
masculine
γραμματική
nicht mehr der Jüngste (umgangssprachlich) [..]
-
αρχαιότερος
-
ηλικιωμένος
NounEin Senior kostet uns drei Mal so viel.
Ένας ηλικιωμένος κοστίζει τα τριπλάσια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Senior " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
senior
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"senior" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το senior στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Senior" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οι ηλικιωμένοι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη