Μετάφραση του "Seniorin" σε Ελληνικά

Το ηλικιωμένη είναι η μετάφραση του "Seniorin" σε Ελληνικά.

Seniorin Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικιωμένη

    Noun

    Nun, ich bin eine Seniorin, eine ältere Frau, und mit mir gibt es viele, die nicht betütert werden wollen.

    Κύριε Πρόεδρε, κι εγώ είμαι γυναίκα ηλικιωμένη και δε νομίζω ότι χρειάζομαι, ούτε εγώ ούτε πολλές άλλες σαν κι εμένα, πατερναλιστική αντιμετώπιση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Seniorin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Seniorin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη