Μετάφραση του "Seniorin" σε Ελληνικά
Το ηλικιωμένη είναι η μετάφραση του "Seniorin" σε Ελληνικά.
Seniorin
Noun
noun
feminine
γραμματική
-
ηλικιωμένη
NounNun, ich bin eine Seniorin, eine ältere Frau, und mit mir gibt es viele, die nicht betütert werden wollen.
Κύριε Πρόεδρε, κι εγώ είμαι γυναίκα ηλικιωμένη και δε νομίζω ότι χρειάζομαι, ούτε εγώ ούτε πολλές άλλες σαν κι εμένα, πατερναλιστική αντιμετώπιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Seniorin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη