Μετάφραση του "Sitzen" σε Ελληνικά

Οι κάθισμα, κάθομαι, βρίσκομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sitzen" σε Ελληνικά.

Sitzen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθισμα

    Noun

    Diese Abmessungen gelten auch bei nach innen gerichteten Sitzen in ihrer Mittelebene.

    Οι διαστάσεις αυτές εφαρμόζονται επίσης και στην περίπτωση καθισμάτων που βλέπουν προς τα μέσα στα κεντρικά τους επίπεδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sitzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sitzen verb γραμματική

sitzen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθομαι

    verb

    Er sitzt am Tisch.

    Αυτός κάθεται στο τραπέζι.

  • íme fylakí|είμαι φυλακή

  • βρίσκομαι

    Verb verb

    Wenn es Mord war, dann sitzt der, der ihn ermordet hat, jetzt unten.

    Το θέμα είναι πως, αν όντως δολοφονήθηκε ο δράστης βρίσκεται κάτω στην τραπεζαρία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • είμαι μέλος
    • είμαι στη στενή
    • εδρεύω
    • εφαρμόζω
    • πέφτω
    • πετυχαίνω
    • στρώνω

Εικόνες με "Sitzen"

Φράσεις παρόμοιες με "Sitzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sitzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη