Μετάφραση του "Sitzplatz" σε Ελληνικά
Οι θέση, κάθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sitzplatz" σε Ελληνικά.
Sitzplatz
noun
masculine
γραμματική
einer hochrangigen Person
-
θέση
nounEs ist ein vorderer Sitzplatz in dem Kriminaljustizsystem.
Είναι μια θέση της πρώτης σειράς με το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.
-
κάθισμα
NounDie Bezugsdaten werden nacheinander für jeden Sitzplatz angegeben.
Τα στοιχεία αναφοράς παρατίθενται διαδοχικά για κάθε θέση καθίσματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sitzplatz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Sitzplatz"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη