Μετάφραση του "Sohn" σε Ελληνικά

Οι γιος, υιός, γιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sohn" σε Ελληνικά.

Sohn noun masculine γραμματική

Stammhalter (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γιος

    noun masculine

    αρσενικό παιδί σε σχέση με τους γονείς του

    Mein Sohn ist größer als ich.

    Ο γιος μου είναι πιο ψηλός από μένα.

  • υιός

    noun masculine

    Der verlorene Sohn kehrte wieder heim.

    Ο άσωτος υιός επέστρεψε σπίτι.

  • γιός

    noun

    Wer besucht im Allgemeinen öfter seine Eltern, die Söhne oder die Töchter?

    Ποιός επισκέπτεται γενικά πιο συχνά τους γονείς τους, ο γιός ή η κόρη;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παιδί
    • Υιός
    • γυιός
    • τέκνο
    • υἱός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sohn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sohn"

Φράσεις παρόμοιες με "Sohn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sohn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη