Μετάφραση του "sogleich" σε Ελληνικά
Οι αμέσως, ακαριαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sogleich" σε Ελληνικά.
sogleich
adverb
stehenden Fußes (gehoben) [..]
-
αμέσως
adverbAuf eine eine unverzügliche Weise; sofort oder ohne Verzögerung. [..]
Da war ich sogleich zuversichtlicher, dass alles gut gehen werde.
Σχεδόν αμέσως, άρχισα να αισθάνομαι τη βεβαιότητα ότι όλα θα ήταν καλά.
-
ακαριαίος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sogleich " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη