Μετάφραση του "Spender" σε Ελληνικά
Οι δότης, διανεμητής, διανομέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spender" σε Ελληνικά.
Spender
noun
masculine
γραμματική
von Organen, Blut, Samen, Eizellen etc. [..]
-
δότης
noun masculineDer Spender hatte sie, die Empfänger haben sie.
Τα είχε ο δότης, τα πήραν και οι λήπτες.
-
διανεμητής
noun masculine -
διανομέας
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δωρητής
- χορηγός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Spender " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Spender"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη