Μετάφραση του "spenden" σε Ελληνικά

Οι συνεισφέρω, αφιερώνω, αφοσιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spenden" σε Ελληνικά.

spenden verb γραμματική

Etwas von Wert weggeben um etwas zu unterstützen oder dazu beizutragen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεισφέρω

    verb

    Russell selbst spendete dafür von den Mitteln, die er durch seine berufliche Tätigkeit bis dahin erworben hatte.

    Ο ίδιος ο Ρώσσελ συνεισέφερε από τους πόρους που είχε αποκτήσει από επιχειρήσεις μέχρι τότε.

  • αφιερώνω

    verb
  • αφοσιώνω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δωρίζω
    • θυσιάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spenden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Spenden noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Spenden" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Spenden στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "spenden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spenden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη