Μετάφραση του "Sprachwissenschaft" σε Ελληνικά
Οι γλωσσολογία, Γλωσσολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sprachwissenschaft" σε Ελληνικά.
Sprachwissenschaft
noun
feminine
γραμματική
Das wissenschaftliche Studium menschlicher Sprachen.
-
γλωσσολογία
noun feminineDas wissenschaftliche Studium menschlicher Sprachen.
Philologen, die vergleichende Sprachwissenschaft betreiben, teilen die Sprachen im allgemeinen in verschiedene Sprach„familien“ ein.
Η συγκριτική γλωσσολογία κατατάσσει γενικά τις γλώσσες σε ξεχωριστές «οικογένειες».
-
Γλωσσολογία
επιστημονικός κλάδος
Philologen, die vergleichende Sprachwissenschaft betreiben, teilen die Sprachen im allgemeinen in verschiedene Sprach„familien“ ein.
Η συγκριτική γλωσσολογία κατατάσσει γενικά τις γλώσσες σε ξεχωριστές «οικογένειες».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sprachwissenschaft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sprachwissenschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εφαρμοσμένη γλωσσολογία
-
διαχρονική γλωσσολογία
-
Συγκριτική γλωσσολογία · συγκριτική γλωσσολογία
-
γενική γλωσσολογία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη