Μετάφραση του "Steuer" σε Ελληνικά
Οι φόρος, τιμόνι, φορολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Steuer" σε Ελληνικά.
Volant (veraltet) [..]
-
φόρος
noun masculineEin von einer Regierung für ihre Unterstützung oder für spezielle Einrichtungen oder Dienstleistungen verlangter, meist auf Einkommen, Eigentum oder Absätzen erhobener Geldbetrag.
Andernfalls würde das Gleichgewicht zwischen der steuerlichen Leistungsfähigkeit und der tatsächlich zu entrichtenden Steuer nicht gewahrt.
Σε αντίθετη περίπτωση, ο πραγματικά απαιτητός φόρος δεν θα αντιστοιχούσε στη σχετική φοροδοτική ικανότητα.
-
τιμόνι
noun neuterDu denkst, dass ich nicht mehr weiß, was ich hinter dem Steuer fabriziere.
Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι κάνω πίσω από το τιμόνι πια.
-
φορολογία
noun feminineDerzeit ist die Vorlage einer getrennten Mitteilung über direkte Steuern nicht geplant.
Προς το παρόν δεν υπάρχουν σχέδια για την έκδοση ιδιαίτερης ανακοίνωσης σχετικά με την άμεση φορολογία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τέλος
- εφορία
- πηδάλιο
- Φορολογία
- δασμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Steuer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"steuer" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το steuer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Steuer"
Φράσεις παρόμοιες με "Steuer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φόρος φυσικών προσώπων
-
ακαθάριστα
-
ετήσιος φόρος
-
έλεγχος · διέπω · ελέγχω · κατευθύνω · κυβερνώ · οδηγώ · πιλοτάρω
-
παρακράτηση των φόρων στην πηγή
-
άμεσος φόρος
-
απαλλαγή από τους φόρους
-
οδήγηση σε κατάσταση μέθης